ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

ΣΥΡΜΑΤΙΚΑ

Ένας μικρός καλόερος (Συρματικό)
Μάνα μου δούλος  θέ να μπω με τη βασιλιοπούλα.
Βασιλοπούλ’ αρμάτωσε τρικούβερτο καράβι.
Ήλιε μου της Ανατολής

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΤΑΒΛΑΣ

ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΤΡΩ ΚΑΙ ΠΙΝΟΥΣΙ…
ΞΕΝΟ ΜΟΥ ΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ ΣΟΥ…

 

ΚΛΕΦΤΙΚΑ

Που πάεις κλέφτη
Παιδιά σα θέτε λεβεντιά
Ο Διγενής ψυχομαχεί

 

ΖΕΡΒΟΣ ΧΟΡΟΣ

Μια Κυριακήν ημέρα (ζερβός)
Τέσσαροι τρεις και δύο (ζερβός)
Κάτω στις κρυές τις βρύσες
Μάνα και πώς τον αγαπώ

 

ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Της τρανταφιλιάς τα φύλλα
Σα της Σουριάς το κάστρο
Νανούρισμα (κατά την Μαρινία Εμμ. Μακρυμανώλη το γένος Χαψή)
Στα μάρμαρα του Γαλατά
Η αγαπώ μου φώναξε
Βρε Μανώλη, βρε λεβέντη

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ (χωρίς όργανα)

Αφήνω γεια στις όμορφες
Του Κίτσου η μάνα εκάετο

Του νυφάτου

Θωρείς τον αγριομάραγκο
Κόρη γατάνι ήπλεε

Τραγούδια του Γονατιστού

Μέσα σ’ ώριο περιβόλι
Η Απελευθέρωσι της Καρπάθου
 

 


Που πάεις κλέφτη

Που πάεις κλέφτη του Φιλιού και ψεύτη της αγάπης - χαϊδεμένο μου
Σαν ήμουν κλέφτης του Φιλιού και ψεύτης της αγάπης - τριγωνάκι μου
τι μου δεινες τα χείλη σου να τα γλυκοφιλήσω - τριγωνάκι μου
νύχτα το τις μας ήνιωσε κι αυγή τις μας εθώρει - χαϊδεμένο μου
μας είε η πλεία κι αυγγή τ' άστρι και το φεγγάρι - τριγωνάκι μου
και τ΄άστρι εχαμήλωσε και της θαλλάσου τόπε - χαϊδεμένο μου
και το θαλάσσι του κουπιού και το κουπί του ναύτι - τριγωνάκι μου
κι ο ναύτης το διαλάλησε σ' όλη την οικουμένη - χαϊδεμένο μου

Της τρανταφιλιάς τα φύλλα

Της τρανταφιλιάς τα φύλλα θα τα κάμω φορεσιά
να τα βάλω να περάσω να σου κάψω τη καρδιά.

Στην Αγιά Σοφιά στην Μπόλη θένα πάω να μπω κουμπές
νάρχουτε να προσκυνούσι οβριοπούλες και ρωμιές.

Δε με κλες καημένη μάνα που με βγάλασι φονιά
που δεν σκότωσα κανένα και δεν φίλησα καμιά.


Σα της Σουριάς το κάστρο

Σα της Σουριάς το Κάστρο κάστρο δεν ειδά
Κάστρο, Κάστρο Καστριανή και ψηλομελαχρινή.
Εχ' ατσαλλένες πόρτες κι αργυρά κλειδιά
κι αργυ- κι αργυρά κλειδιά και παλλικάρια διαλεχτά.

Τούρκοι το πολεμούσα χρόνους δώδεκα
χρόνους μήνες δεκατρείς, το νου μου εσύ τον εκρατείς.
Κ' ένα Τουρκί Τουρκάκι Ρωμιός γίνεται
Ρώμιος - Ρώμιος γίνεται και γυναικίτσα ντύνεται.

Παιδιά σα θέτε λεβεντιά (Κλέφτικο)

Παιδιά σα θέτε λεβεντιά,
και κλέφτες να γενείτε,
εμένα να ρωτήξετε,
πως τα περνούν οι κλέφτες.
Δώδεκα χρόνους ήκαμα
στις κλέφτες καπετάνιος,
ζεστό ψωμί δεν ήφαα,
γλυκό κρασί δεν ήπια,
τον ύπνο δεν εχόρτασα.

Μια Κυριακήν ημέρα (Ζερβός)

Μια Κυριακήν ημέρα δεν είχαμε δουλειά
και πιάνω το τουφέκι να πάω στα πουλιά,
κι εκεί πουλιά δεν είχε μα βρίσκω μια μηλιά
τα μήλα φουρτωμένη κι απάνω κοπελιά.

Λέω της έλα κάτω να πιάσομε φιλιά
κι εκείνη πιάνει μήλα και με πετροολά.
Πάω να κόψω μήλο πιάνω το χέρι της
Χριστέ και Παναγιά μου και νάμου ταίρι της.

Ο Διγενής ψυχομαχεί (Κλέφτικο)

Ο Διγενής ψηχομαχεί κι όλος ο κόσμος κλαίει
κι οι άρχοντες το κούσασι και παν' να τον ιδούσι.
Στρώνει των τάβλα να γευθού πασά λογιών τραπέζι.
Τρώτε και πίνετ' άρχοντες κι εγιώ να σας 'φηούμαι,
της Αλεξάντρας τα ουνιά, του Νισυριού τα όρη.

Εγιώ 'μαι απού τα ύρισα τα κάστρη γύρω - γύρω
ποτέ δεν εφοβήθηκα σα τούτη δω την ώρα
πούδα το χάροντα γυμνό με τριά σπαθιά ζωσμένο.
Τόνα βαστά για τους φτωχούς και τ' άλλο για τους πλούσιους
το τρίτο το φαρμακερό για τους κριματισμένους
... Τρώτε και πίνετ΄άρχοντες...

Νανούρισμα (κατά την Μαρινία Εμμ. Μακρυμανώλη το γένος Χαψή)

Νάνι του Ρήγα το παιϊ του βασιλιά το 'γγόνι
Απού το τριδιπλώνουσι να μη το πιάσει σκόνη.

Κοιμήσου και παρήγγειλα στη Μπόλη τα προικιά σου
Στη Μπαρπαριά τα ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου.

Κοιμήσου 'συ παιάκι μου και 'γω σε νανουρίζω
Και λέω σου παινέματα πολλά και σε φουμίζω.

Κοιμήσου που να κοιμηθείς τον ύπνο της υγιάς σου
Και να ξυπνήσεις να με βρεις εις τα προσκέφαλά σου.

Κοιμήσου που να κοιμηθείς και να καλο ξυπνήσεις
Ποτέ σου να μη δεις κακό όσο καιρό κι αν ζήσεις.

(μετά από κάθε δίστοιχο)
Νάνι νάνι το μωρό μου που το φως των εματιών μου.

Τέσσαροι τρεις και δύο (Ζερβός)

Τέσσαροι τρεις και δύο γίνοντ' εννιά ερφοί,
κι η μάνα τους η σκύλλα πάει να παντρευτεί.
Στο πόλεμο τους πέμπει να τους σκοτώσουσι.
Στη στράτα που πηγαίναν εδιψάσασι,
βρίσκουν ένα πηγάδι δεν είν' πολλά βαθύ,
και ποιό να κατεβάσου το μικροΚωσταντή.


Σα τον εκατεβάσαν εις τα μισά σκαλιά,
τραβήξετέ μ' απάνω αέρφια μου καλά.
Θελά νερά 'χει κάτω μαύρα και σκοτεινά.
Τραβάτε όλοι αδέρφια κι ας διψάσωμε
παρά το Κωνσταντή μας να το χάσωμε.

Ένας μικρός καλόερος (Συρματικό)

Ένας μικρός καλόερος μικρό καλοεράκι
Απούχε χίλια πρόατα και πεντακόσια ίδια
Είχε και τυροκόμισσα μιαν όμορφη κοπέλα.
Χτίζει και το μιτάτο του στον Άη Κωσταντίνο.

Κι εμένα ο νούς μου μ' ήαλε πο κει για να περάσω,
Να πάω να χριστιανευτώ να κάμω το σταυρό μου.
Επήα κι επροσκύνησα κι ήκουσα το αγγέλιο,
Κι επόλυκεν η εκκλησιά κι ήβγα στο πέργερό της.
Βλέπω τη κόρη κι ήλαψεν όλο το μεϊτάνι.

Χριστέ μου νάμου δούλος της και νάμου λαλητής της,
Να της λακκώνω το πρωί να φέρνω το μικρά της.
Να της μονιάζω καθ' αργά το γάλα στα σκαφιά της.
Κα πάλι ο νούς μου μ' ήαλε να της γλυκομιλήσω.

Γεια σου καλή μου όσκισα και πουν τ' αφεντικό σου,
Και πε μ' αν είσ' ελεύτερη και γίνομαι δικός σου.
Καλώς μας ήρτες νιώτερε δων και τ' αφεντικό μου,
Είμαι κι ακόμη ελεύτερη συ σου το τυχερό μου.

Άρχοντες τρω και πίνουσι.(Επιτραπέζιο)    

 Άρχοντες τρω και πίνουσι
σε μαρμαρένη τάβλα.
Σε μαρμαρένη κι αργυρή
και σε μαλαματένη.
Κι όλοι τρώσι και πίνουσι
κι όλοι χαροκοπούσι.
Κι ο Κωσταντίνος ο μικρός
ας ελιανοτραούει.
Τ’ ακράτητου τ’ Ανδρόνικου
του νιού του πενεμένου.
Μαύρος είσαι μαύρα φορείς
μαύρο καβαλικεύεις.
Μαθαίνεις το να πορπατεί
μαθαίνεις το να δρέμει.
Μαθαίνεις το να δέχεται
τον όχλο του πολέμου.
Μαθαίνεις το και της στεριάς
ωσά και του πελάου.
Ξεχάνεις και της λυερής
της γλυκοποθητής σου.

 

Ένας μικρός καλόερος. (Συρματικός)

 

Ένας μικρός καλόερος μικρό καλοεράκι
Απούχε χίλια πρόατα και πεντακόσια ίδια
Είχε και τυροκόμισσα μιαν όμορφη κοπέλα.
Χτίζει και το μιτάτο του στον Άη Κωσταντίνο.
Κι εμένα ο νούς μου μ’ ήαλε πο κει για να περάσω,
Να πάω να χριστιανευτώ να κάμω το σταυρό μου.
Επήα κι επροσκύνησα κι ήκουσα το αγγέλιο,
Κι επόλυκεν η εκκλησιά κι ήβγα στο πέργερό της.
Βλέπω τη κόρη κι ήλαψεν όλο το μεϊτάνι.
Χριστέ μου νάμου δούλος της και νάμου λαλητής της,
Να της λακκώνω το πρωί να φέρνω το μικρά της.
Να της μονιάζω καθ’ αργά το γάλα στα σκαφιά της.
Κα πάλι ο νούς μου μ’ ήαλε να της γλυκομιλήσω.
Γεια σου καλή μου όσκισα και πουν τ’ αφεντικό σου,
Και πε μ’ αν είσ’ ελεύτερη και γίνομαι δικός σου.
Καλώς μας ήρτες νιώτερε δων και τ’ αφεντικό μου,
Είμαι κι ακόμη ελεύτερη συ σου το τυχερό μου.


 

Μέσα σ’ ώριο περιβόλι (Γονατιστός)

 Μέσα σ’ ώριο περιβόλι δάφνη και μηλιά μαλώνει.
Κι είπεν η μηλιά της δάφνης: δάφνη πήρες μου κλωνάρι.
Όχι μα τον Αη  Γιάννη δε σου πήρα εγώ κλωνάρι.
Κι α σου πήρα γιω κλωνάρι ξερραθθή τ’ απομονάρι,
ξερραθθή κορφή κι η ρίζα και τα φύλλα που μυρίζα.
Και στης λεμονιάς τη ρίζα τρεις κοπέλλες επλουμίζα
τρεις κατρέφτες εβαστούσα τις οσκιές των εθωρούσα.
Πιαν’ η άσπρη πιαν’ η ρούσια πιαν’ η γαϊτανοφριδούσα
πιάνε της μηλιάς το μήλο απού θάμπωσε τον ήλιο.
Γιώ με η άσπρη γιω με η ρούσια γιώ με η γαϊτανοφριδούσα
γιώ με της μηλιάς το μήλο απού θάμπωσε τον ήλιο. 

 

Ο Διγενής ψυχομαχεί (ΚΛΕΦΤΙΚΟ )

 

Ο Διγενής ψηχομαχεί κι όλος ο κόσμος κλαίει
οι άρχοντες το κούσασι και παν’ να τον ιδούσι.
Στρώνει των τάβλα να γευθού πασά λογιών τραπέζι.
Τρώτε και πίνετ’ άρχοντες κι εγιώ να σας ‘φηούμαι,
της Αλεξάντρας τα ουνιά, του Νισυριού τα όρη.
Εγιώ ‘μαι απού τα ύρισα τα κάστρη γύρω – γύρω
ποτέ δεν εφοβήθηκα σα τούτη δω την ώρα
πούδα το χάροντα γυμνό με τριά σπαθιά ζωσμένο.
Τόνα βαστά για τους φτωχούς και τ’ άλλο για τους πλούσιους
το τρίτο το φαρμακερό για τους κριματισμένους
... Τρώτε και πίνετ΄άρχοντες...

 

Τούρκοι πατήσα το Μωρία (Στα μάρμαρα)

 

Τούρκοι πατήσα το Μοριά μανά σαν ύμου κοπελλία.
Κι επήρα και τ’ Ανάπλι, χρουσή μηλιά με τ’ άθθη.
Κι επήρα και του Κωσταντή, τριαντάφυλλο και γιοσμαρί.
Κι επήρασί του κιόλα, τριαντάφυλλο και βιόλα.
Μιαν όμορφη γυναίκα, κι ήκλαιε μήνες δέκα.
Κι ας εξεπέσα τα κλειδιά, βρύσες μου με τα κρύα νερά.
Κι ευρέθει γκαστρωμένη, νερατζοφιλημένη.
Κι ας εεννήθει το παιί, τριαντάφυλλο και γιοσμαρί.
Και το αφτίσα κιόλα, τριαντάφυλλο και βιόλα.
Κι εβγάλασί το Κωσταντή, τριαντάφυλλο και γιοσμαρί.

 


Μηλιά

 Μηλιά μου μες τον έγκρεμό άειτες καλέ τα μήλα φουρτωμένη
Τα μήλα σου μα τη Παναγιά τα μήλα σου λιμπίζομαι
Τα μήλα σου λιμπίζομαι άειτες καλέ μα το γκρεμό φοβούμαι.
Σαν τον φοβάσαι μα τη Παναγιά σαν το φοβάσαι το γκρεμό.
Σαν το φοβάσαι το γκρεμό άειτες καλέ πάρε το μονοπάτι.
Το μονοπάτι μα τη Παναγία το μονοπάτι μ’ ήβγαλε.
Το μονοπάτι μ’ ήβγαλε άειτες καλέ σ΄ ένα ερημοκλίσι.
Που δεν εβρί μα τη Παναγιά που δεν ευρίσκεται ο παπάς.
Που δεν ευρίσκεται ο παπάς άεις καλέ για να το λειτουργήσει.

 


Νερατζούλλα

 Κάτω στο γιαλό κάτω στο περιγιάλι
κάτω στο γιαλό κοντή νεραντζούλα φουντωτή.
Πλύνουν χιώτισσες πλύνουν παπαοπούλες,
πλύναν κι άπλωναν κοντή νεραντζούλα φουντωτή.
Πλύναν κι άπλωναν και μεσ’ τον άμμο παίζα
πλύνα κι έπαιζαν κοντή νεραντζούλα φουντωτή.
Φύσηξε ο βοριάς μαΐστρος δραμουντάνα
φύσηξε ο βοριάς καλέ ψάλτη και γραμματικέ.
Κι ανεσήκωσε το μεσοφούστανό της
κι ανεσήκωσε καλέ τρίκλωνε βασιλικέ.
Και της φάνηκε το ποαστράγαλό της
και της φάνηκε καλέ ψάλτη και γραμματικέ.
Έλεψ’ ο γιαλός κι όλο το περιγιάλι
έλαψ’ ο γιαλός κοντή νεραντζούλα φουντωτή.
Κάτεργο περνά κ’ έλάψα τ’ άρμενά του
κέτεργο περνά κοντή νεραντζούλα φουντωτή.
Λέει ο ναύκληρος λέει ο καραβοκύρης
λέει ναύκληρος καλέ ψάλτη και γραμματικέ.
Άλα βρε παιδιά άλλα βρε παλληκάρια
άλα βρε παιδιά καλέ τρίκλωνε βασιλικέ.
Ν’ αποσώσωμε σ’ αυτό που λάμπ’ ομπρός μας
ν’ αποσώσωμε κοντή νεραντζούλα φουντωτή.
Κι αν ει μάλαμα νάναι της συντροφιάς μας
κι αν ει μάλαμα καλέ ψάλτη και γραμματικέ.
Κι αν ει κοπελιά κι αν ει παπαοπούλα

κι αν η κοπελιά κοντή νάναι του τραγουδιστή.


 

Μάνα μου δούλος  θέ να μπω με τη βασιλιοπούλα.

Μάνα μου δούλος  θέ να μπω με τη βασιλιοπούλα.

Τις πέντε χρόνους για φιλί τις δέκα για λοάρι

και τις εφτά και τις οχτώ για το μαργαριτάρι.

Ήρταν οι μήνες να διαβού κ’ οι χρόνοι νά περάσου

ζητ’άουρος το κόπο του ζητά τη βούλεψή του.

 -Βός μου, κυρά, το κόπο μου βός μου τη βούλεψή μου.

 -Αμέτε βάγιες δώστε του λοάριν όσο θέλει. 

-Εγιώ, κυρά, δε βούλευα γι’ασήμι για λοάρι

για το παντέρμο το φιλί σου ούλευγα κυρά μου.

 -Αμέτε βάγιες στρώσετε τη νυφική μου κλίνη

να δώσω τ’άουρου  φιλί το κόπο του να πάρει.


Βασιλοπούλ’ αρμάτωσε τρικούβερτο καράβι.

Βασιλοπούλ’ αρμάτωσε τρικούβερτο καράβι.

 Βάλλει σκοινιά μεταξωτά, βάλλει πανιά βελούδα,

βάλλει σαούρα μάλαμα και φούρτωμα διαμάντι,

βάλλει και ναύτες διαλεχτούς απάρθενα κοράσια.

 Του Ρήγα ο γυιός τη κυνηγά με δυό με τρεις φρεγάτες.

Βός μου, κυρά μ’ ένα φιλί και πάρε μια φρεγάτα,

θέλεις την άσπρην έπαρε θέλεις τη τουρουζένια,

θέλεις τη χρουσοπράρινη πουμ’ απατός μου μέσα.

 Όμορφος είσαι Ρήγα γιε μ’ άσχημα κουβεντιάζεις,

όξω στο Αρχιπαίλαος φιλί να μου υρεύγεις.

 Έλα να πολεμήσουμε κι απού νικήσει ας πάρει.

Κι αννοίουσι το πόλεμο πο το πρωί ως το βράυ

και δίνει ο Θεός κ η μοίρα της και σκλάβο της το πιάνει.

 Εις το κουπί τον ήαλε στη τουρουζιά φρεγάτα.

 Τράβα του Ρήγα γιε κουπί ως τα να βγει η ψηχή σου.

 Κάμε, κυρά μου, ψυχικό για ένα νιο λεβέντη,

 τράβα να πα ν’ αράξωμε στης Πόλης τα πογάζια,

να βγουν οι ναύτες για νερό κι ο μάγειρας για ξύλα,

κα να χορτάσ’ ο νιός φιλί κι η κόρη τα παιγνίδια.


ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΤΡΩ ΚΑΙ ΠΙΝΟΥΣΙ…

Άρχοντες τρω και πίνουσι σε μαρμαρένια τάβλα

σε μαρμαρένια σ’ αργυρή και σε μαλαματένια.

Κι όλοι τρώσι και πίνουσι κι όλοι χαρακοπούσι

κι ο Κωνσταντίνος ο μικρός ας ελιανοτραούει

τ’ αήττητου τ’ Αντρόνικου του νιού του παινεμένου.

Μαύρος είσαι μαύρα φορείς μαύρο καβαλλικεύεις

μαθαίνεις το να πορπατεί, μαθαίνεις το να δρέμη

μαθαίνεις το και της στεριάς, στεριάς και του πελάου

μαθαίνεις το να δέχεται τον όχλιο του πολέμου…

 


ΞΕΝΟ ΜΟΥ ΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ ΣΟΥ…

-Ξένο μου το μαντήλι σου μού ‘στειλες να το πλύνω (περδικούλα μου)

χωρίς σαπούνι και νερό, ξένο πώς θα το πλύνω; (το μαντήλι σου)

-Βάλε τον ίδρω σου νερό τα χέρια συ σαπούνι (χαϊδεμένο μου)

και με το μόσχο της καρδιάς μοσχοσαπούνισέ το (περδικούλα μου)

πάνω στον άσπρο σου λαιμό άπλωσε στέγνωσέ το (χαϊδεμένο μου)

και στείλε τη βαϊτσα σου να ρθη να μου το φέρη (το μαντήλι σου)


Αφήνω γεια στις όμορφες

Αφήνω γεια στις όμορφες και γεια στις μαυρομάτες

κι εγώ πάω στα Γιάννενα στου Μπέη τα παλάτια.

Ώρα καλή σου μπέη μου – καλώς τη βλαχοπούλα.

-         Κάτσε να φας, κάτσε να πιείς κάτσε να τραγουδήσεις.

Θανάση ψήσ’ ένα καφέ, φέρε στη βλαχοπούλα.

Θανάση στρώσε στρώματα, χρυσά μαξελλαράκια

για να πλαγιάσ’ η Βλάχα μας η όμορφή μας Βλάχα.

-         Μένα δεν τόχ’ το σόι μου μήε το φυσικό μου

για να πλαγιάζω στα χρυσά ούτε στα βελουένα

κι εγιώ με η Βλάχα  η όμορφη η Βλάχα η παινεμένη

πού ‘χει τα χίλια πρό(β)ατα τα πεντακόσια γίδια.

Στο ‘να βουνό τα πρό(β)ατα στ’ άλλο βουνό τα γίδια.

Κι ανάμεσα στα δυό βουνά δώδεκα μύλ’ αλέθου

οι έξε αλέθου με νερό κι οι έξε με το γάλα

κι εις τον αφρό του γάλακτος τρία κορίτσια πλύνουν.

Η μία πλύνει τους άρρωστους κι άλλη τους λαβωμένους

κι η Τρίτη η πλιό μορφήτερη πλύνει ερωτεμένους.


Του Κίτσου η μάνα εκάετο

Του Κίτσου η μάνα εκάετο στην άκρα στο ποτάμι

με το ποτάμι μάλλωνε και το πετροβολούσε.

-         Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι στρέψε πίσω

για να ντιύρω αντίπερα, πέρα στα κλεφτοχώρια

που ‘χουν οι κλέφτες συναγιό κι όλ’ οι καπεταναίοι

το Κίτσο για να πιάσουσι να πα να τον κρεμάσουν.

Χίλιοι τον πάσι ‘πο μπροστά και πίσω δυό χιλιάδες

κι ο Κίτσος μέσ’ στη μέση τω σα μήλο μαραμένο

σα μήλο σα τριαντάφυλλο σα παραπομενένο.

Κι η μάνα του πίσω ακλουθά και τράβα τα μαλλιά της.

-         Κίτσο μου πουν’ τα ρούχα σου και που ‘ναι τα’ αρματά σου;

-         Μάνα τρελή, μάνα ζουρλή, μάνα ξεκουτιασμένη

μάνα δε κλαίς τα νιάτα μου και τη παλληκαριά μου

μόνο και κλαίς τα ρούχα μου κλαίεις και τ’ άρματά μου;


Του νυφάτου

 Θωρείς τον αγριομάραγκο

στον εγκρεμό που στέκει;

Χωρίς νερό ποτίζεται

χωρίς καρπό καρπιέται.

Τρώ το τά λάφια και ψοφού

τ’ αγρίμια και μερώνου,

τρώ το και τ’ άγρια πρόατα

κι αρνιούνται των αρνιώ τω

τρώ το κ’ οι μάνες οι καλές

κι αρνιούται τω παιδιώ τω.

ς ήθε το φάει κ’ η μάνα μου

να μ’ αρνηστεί κ’ εμένα.

 

Και πού θα λημεριάσωμε

Νταβέλλη μη μας πιάσουνε

Πού θα κάμωμε λημέρι

γειά σ’ αρχηληστή

και στα πράσινα λιάια

φάτε πιήτε παλληκάρια.

Να φέρν’ ο βλάχος το τυρί

βρέ κι η βλάχα το κριάρι

γειά χαρά σου Κακαράπη.


Κόρη γατάνι ήπλεε

Κόρη γατάνι ήπλεε χρόνους και πέντε μήνες

έξε μεάλες Κυριακές κι έξε Λαμπρές Δευτέρες

κ’ εννιά μεάλα Σάββατα που τρέμ’ η γη κι ο κόσμος.

-Κι ο άντρας της τον ερωτά –ποιανού θε να το δώση.

-Ά δώση ο θεός και πλέξω το σε σένα θα το δώσω.

Και πλέει κι αποπλέει το του φίλου της το δίνει

κι ο φίλος της το ζώστησε στο φόρο κατεβαίνει.

Κι ο άντρας της το γνώρισε το νιώτερον ερώτα:

-Να σε ρωτήξω νιώτερε που το ‘βρες το γατάνι;

-Εγώ ‘μαι του ψαρά παιϊ του καμακιάρι εγγόνι

και ψάρευγα και ψάρευγα και ψάρι δεν επιάνα

κι αργά του ηλιού βασίλεμα επιάσα ένα ψαράκι.

Σκίζω και ξεμερντίζω το και βρήκα το γατάνι.

-Νιώτερε ψόμματα μιλάς και ψόμματα μου λέεις

και το γατάνι που φορείς ήτανε της Καλής μου.


ΕΥΘΥΜΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (με όργανα)

«Στα μάρμαρα του Γαλατά»

Στα μάρμαρα του Γαλατά                         - φραγκοκιτρολεμονιά

στα μάρμαρα της Πόλης                           - ετρέλλανες με κόρη.

Άουρος πέτρα πελεκά                             - φραγκοκιτρολεμονιά

και λείπ’ η μια του χέρα                          - άσπρη μου περιστέρα

και πελεκά με το ‘να                               - τη μαρμαροκολώνα.

Κόρη ξαθθή επέρασε                               - και τον εχαιρέτησε

κόρη ξαθθή του λέει:                              - κι ας άρχισε να κλαίη.

- Άουρε πούν το χέρι σου                        - Χριστέ και να ‘μου ταίρι σου

και πολεμάς με το ‘να                             - τη μαρμαροκολώνα.

- Έννι άπαντρες εφίλησα                         - εφίλησα και τσίμπησα

και δέκα παντρεμένες                             - λιγνές και χαδεμένες

και δεκαπέντε καλογριές                         - ωσά τις κιτρολεμονιές

δεκαοχτώ κυράδες                                 - ωσά τις μαντζουράνες

και δέκα χηρεμένες                                 -  λιγνές και χαδεμένες

και τρεις βασιλοπούλες                           - ωσά περδικοπούλες

και κόψα μου τη χέρα                             - άσπρη μου περιστέρα.

Ας σε φιλήσω σκιά και σε                        - ζουμπούλι μου και μενεξέ

ας κόψου και την άλλη                           - πέρδικα με τα κάλλη.


«Η αγαπώ μου φώναξε»

Η αγαπώ μου φώναξε

εσύ σαι και με τρέλλανες,

για να πάω να την εύρω

μα τη στράτα δεν ηξεύρω.

Και πιάνω το στρατί στρατί,

γιατί σε γάπου πουλί μου από μικρή

βρε στρατί το μονοπάτι

βάσανα που ταχ’ η αγάπη.

Το μονοπάτι μ’ ήβγαλε

εσύ ‘σαι που με τρέλλανες,

βρε στης αγαπώ τη πόρτα

περκαντί μου παίξε βόρτα.

Βρίσκω τις πόρτες σφαλιχτές

μαργιόλες πούν’ οι κοπελίες

βρε και τα κλειδιά παρμένα

κλαίτε μάτια μου καημένα.

Και τα παραθυράκια της

μαύρ’ ταν τα ματάκια της

βρε σφιχτομανταλωμένα

κλαίν’ τα ματάκια μου για σένα.

Και τις γειτόνιτσες ρωτώ

πού ‘ναι η κόρη π’ αγαπώ

βρε μέσα ‘ναι και κοιμάται

και για σένα συλλοάται.

- Κόρη α κοιμάσαι ξύπνησε

και μετά μένα μίλησε,

για κι α κάεσαι σηκώσου

κάμε μ’ αγαπητικό σου.

Κι αν είσαι με τη μάνα σου

πάρε και μεν’ αντάμα σου

για και με τον αερφό σου

κάμε μ’ ευλογητικό σου.


«Βρε Μανώλη, βρε λεβέντη…»

 -         Βρε Μανώλη, βρε λεβέντη, βρε καλό παιδί – Μανώλη μου

πού ‘χεις όμορφη γυναίκα, ρούσια και ξαθθή - Μανώλη μου

- Πού την είδες, πού την ηξεύρεις και μας την παινάς - Μανώλη μου

- Μέσ’ στον κουρμαζιέ την είδα και σεριάνιζε - Μανώλη μου

- Σαν την είδες σαν την ηξεύρεις και μας την παινάς - Μανώλη μου

πες μας τι φουστάνι εφόρει, βρε λεβέντη μου - Μανώλη μου

- Κόκκινο φουστάνι εφόρει και σαλί βρακί - λεβέντη μου

Κι ο Μανώλης μεθυσμένος κι ας το πίστεψε – ο καημένος

Σύρνει πάει στον οντά του και σκοτώνει τη – ο Μανώλης

Κι ύστερα το μετανοιώνει κι ας εδέρνετο – ο Μανώλης

- Σήκου πάπια, σήκου χήνα, σήκου δεντρολιβανιά – καρδούλα μου

Αμ’ μ’ εκείνη σκοτωμένη δε του μίλαγε – η καημένη.


«Μέσα σ’ ώριο περιβόλι…»

 Μέσα σ’ ώριο περιβόλι κρέμεται κλουβί μ’ αηδόνι

κι είν τ’ αηδόνι πλουμισμένο το κλουβί ζωγραφισμένο

και γλυκολαλεί τ’ αηδόνι και βροντά το περιβόλι.

Περιβόλι μαριωμένο μαργαριταροσπαρμένο

που ‘χεις γύρ’ αρτάνες και στη μέση μαζουράνες.

Έχει μια μηλιά στη μέση που βεργολυγάνα πέση.

Πάει ο νιός να κόψη μήλα και μαραίνουνται τα φύλλα

κι η μηλιά γλυκοφωνάζει του περιβολάρη κράζει:

-         Πούσ’ αφέντη που μ’ ορίζεις και κυρά που με ποτίζεις

και μου κόψα το νερό και θα χάσω το καρπό.


Η Απελευθέρωσι της Καρπάθου   

 Εμμ. Γ. Πρεάρη  

Εκούσετέ τα βρε παιδιά τα νέα τα Καρπάθικα,

νέα πολύ ωραία, αγαπητή παρέα,

που φύ(γ)ασιν οι Γερμανοί από τον τόπο μοναχοί

κι οι Ιταλοί που μένουν να (δ)ήτε τι παθαίνουν.

 Σηκώνουται οι Μενετιές ‘παναστατούσι μοναχές

και παίρνου και διαταγή π’ τ’ Απέρι απ’ την επιτροπή

και συφωνήσαμ’ όλοι με τη δική τω γνώμη,

να πιάσωμε τους Ιταλούς στρατιώτες και αξιωματικούς,

 για να λευτερωθούμε που δεν τους ταεντούμε

κι όσοι δεν συφωνήσου θα τους κακοποιήσου.

Επήρα βόρτα τα χωριά και οπλισμένοι δυνατά

φτάνουν και στο Γιαφάνι και φέρνουν το χαμπάρι.

 Στην Έλυμπον εβγαίνου στο Δημαρχείο μπαίνου,

στο Δημαρχείο μπαίνου τους χωριανούς μαζεύγου.

Λέου του τη διαταγή που ‘χου ‘πο την επιτροπή

κι οι Ελιμπύτες λεόυ ‘πο τη χαρά τω κλαίου,

 όλοι θα σκοτωθούμε για να λευτερωθούμε.

Φωνάζου και των Ιταλώ και τω δηλώνουν το σκοπό.

Λέου τω να παραδοθούν πριχού να μπουν και τους χτυπού,

Και τι να κάμουν οι δειλοί βίου τα όπλα μοναχοί.

 Ύστερα τους μαζεύγου και φυλακή τους παίρνου,

στέλλου και μια βαρκούλα, μόνα και μοναχούλα

με πέντε παλληκάρια ωσά τα λεοντάρια

και σχίσα τον ωκενό με σύντροφο τον ουρανό.

 Στην Αλεξάντρα βγαίνου και το χαμπάρι φέρνου.

Παν στην εγγλέζικην αρχή και παραδίνου τη γραφή.

Εγγλέζος τη διαβάζει και μοναχός θαυμάζει,

ύστερα χαμογέλασε και τους εχαιρέτησε.

 Και δίνει τω βραβεία για την πολλήν αντρεία.

Και δίνει και διαταγή να ‘ρθή παππόρι με φαΐ,

 να ‘ρθή παππόρι με φαΐ στην Κάρπαθο την ξακουστή,

να πάρη και τους Ιταλούς, τους άναντρους και τους δειλούς.

Και να τους πάρουσι μακριά σκλάβους βαθειά στην Αραπιά

Γιατ’ έτσι των αξίζει, άλλος να τους ορίζει…


Κάτω στις κρυές τις βρύσες

Κάτω στις κρυές τις βρύσες εκεί στο κρυό νερό

εκείτετο ο Γιάννης ο κοντριο-Νικολός

μαχαιροσκοτωμένος κι ανεγνώριμος.

Τούρκοι τον τριγυρίζου και Ρωμήοι τον κλειού

Κι ελεύθερα κορίτσια τον μοιρολογού.

 - Γιάννη δεν έχεις μάνα δεν έχεις αερφή

μήτε καλή γυναίκα που να σε πονή;

Κι ακόμη ο λόγος στέκει κι η συντυχία κρα(τ)εί

προβάλλει κι η γυναίκα του η κυρά καλή

μ’ ένα παιΐ στον ώμο κι άλλο στο βυζί

κι άλλο ‘κλουθά ‘πο πίσω και ζητά ψωμί.

 - Γιάννη και δε σου το ‘πα δε στο παράγγειλα

με Τούρκους μη τα βάλλης και σε σκοτώσουσι;

 - Σώπα καλέ γυναίκα και (δ)έν ήτο ένας για δυό

 και τρείς χιλιάες ήτο και γιώ μου μοναχός

ένας Τουρκαλβανίτης καστροπολεμήτης

βαριά βολιά μου δίνει και με σκότωσε.


Μάνα και πώς τον αγαπώ

Μάνα και πώς τον αγαπώ της ξένης μάνας τον υιό.

Όντες με (δ)εί κι όντες τον δώ συνεμιλιούμεθα τα δυό

για ν’ ανεβούμε στο βουνό, εις το βουνό το πετρωτό

και μες στο χαμολάγγαο και στω δρακόντω τις φωλιές.

Το βρά(δ)υ θα ‘ρτη ο δράκοντας τη κόρη θε να ερωτά.

-         Κόρη ποιος σ’ ήφερεν εδώ εις το βουνό το πετρωτό

και μεσ’ στο χαμολάγγαο και στώ δρακόντω τις φωλιές;

-         Μάνα υιός σγουρόμαλλος κι ατσουλλοπαιγνιόμματος.

-         Μάνα υιέ σγουρόμαλλε κι ατσουλλοπαιγνιόμματε

χήρα να (δ)ω τη μάνα σου, κουτρούλλα τη γυναίκα σου

την αερφή σου καλογριά κι εσένα σκλάβο στη Σουριά

και σε καινούργια φυλακή και να περνώ κι εγώ ‘πό κεί

να (δ)ώ ά σου πρέπ’ η φυλακή κι ά σου πρεπού τα σί(δ)ερα.


Ήλιε μου της Ανατολής

-         Ήλιε μου της Ανατολής φεγγάρι μου της Δύσης

και μονοπάτι της Βλαχιάς μην εί(δ)ετε στρατιώτες,

 καβαλλαρέους για πεζούς και τ’ άρματα ζωσμένους

να σύρνου και τρείς λυ(γ)ερές τις τρεις καλές μου κόρες;

-         Για πες μου τα μουσούγια τω αν εί(δ)αμε να πούμε.

-         Η μια σγουρή κι άλλη ξαθθή κι η άλλη μαυρομάττα.

και γαταγατανόρφρουη κι αλυσιοπλεμένη.

-         Εχτές αργά τις εί(δ)αμε στα κούπετρη και πάσι.

Μαύρος εφίλει τη ξαθθή, ξαθθός τη μαυρομάττα

κι ένας ψηλός μελαχρινός τη γαϊτανοφρυούσα.

Φιλούσα και ρωτούσα τες, φιλού κι ανερωτούτες:

-         Κόρες δεν έχετ’ αερφούς μήε και ξαερφάκια;

-         Μήε κι αέρφια έχομε μήε και ξαερφάκια

μα γέρο κύρην έχομε όχι και τόσο τόσο.

Σαν αστραπή είν’ το βλέμμα του και σα βροντή η φωνή του

και σαν τ’ ανεμοστρόβιλο τ’ ανεμο(γ)ύρισμά του.

Κι ακόμη ο λόγος ήστεκε κι η συντυχιά ‘ποκράτει

γρικού τα όρη και βροντού και τα βουνά και σειού τω

τα δέντρα ξερριζώνουτο και τα πουλιά πετούσα,

ευτύς το καταλάβασιν πως ήρχετον ο γέρος.

Και πήρα τ’ άρη από κορφή και τα βουνά ‘πο ρίζες

και φήκα και τις κοπελλιές καταμεσί στο κάμπο.

 

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Κλαίω και πονώ και το τραγουδώ,

Το χωριό μου θέλω πάλι λίγο να το δω,

Το χωριό μου θέλω πάλι λίγο να το δω

 

Κλαίω και πονώ πάω να κοιμηθώ,

 Το χωρίο μου θέλω πάλι να ονειρευτώ,

Το χωριό μου θέλω πάλι να ονειρευτώ.

 

Κι αν μα δεν το δω, και μα δεν το δω,

Μες τη νύχτα θα ξυπνήσω να πάω να το βρω,

Μες τη νύχτα θα ξυπνήσω να πάω να το βρω.

 

ΗΛΙΕ ΚΑΙ ΦΕΓΓΑΡΙ

Ήλιε και φεγγάρι θέλω να σας πω,

Να μου χαιρετάτε πάντα τον τόπο π’ αγαπώ

Να μου χαιρετάτε πάντα τον τόπο π’ αγαπώ

 

Ήλιος και φεγγάρι να (ή)μουν μια στιγμή,

Ν’ αγναντεύω το χωριό μου βράδυ και πρωί

Ν’ αγναντεύω το χωριό μου βράδυ και πρωί

 

Τ’  ονομάσου το χω μέσα στη καρδιά

Νοσταλγώ και θέλω να ρτω κοντά σου μια βραδιά

Νοσταλγώ και θέλω να ρτω κοντά σου μια βραδιά